Cookie free zone. Google might use them though.
jonsay.co.uk
Language Dictionaries

Home > Ελληνικά Ολλανδικά λεξικό

Ελληνικά Ολλανδικά λεξικό | Σπίτι

Search dictionary :-

ΕλληνικάΟλλανδικά
σπίτιc thuis
σπίτιn huis
μπανγκαλόουc bungalow
διαμέρισμαc flat, n appartement
μπάνιοc badkamer
κρεβατοκάμαραc slaapkamer
κουζίναc keuken
καθιστικόc woonkamer

άνοιγμα πόρταςingang, c deuropening
αέτωμαc geveltop
αίθριοc serre
αποστράγγισηc afvoerbuis
γκαράςc garage
γρασίδιn grasperk, n grasveld
διαδρομήc oprijlaan
διαδρομήc oprijlaan
δωμάτιοc kamer
θερμοκήπιοc kas
κήποςc tuin
κατώφλιc drempel
κλειδαριάn slot
κουδούνιc deurbel
μάνταλοc klink
μονοπάτιn pad
μονοπάτιn voetpad
οροφήn dak
όροφοςc vierdieping
παράθυροn venster
παρτέριn bloembed
πάτωμαc vloer
περβάζιc vensterbank
πλακόστρωτοc patio
πόμολοc deurklink
πόρταc deur, n portier
πόρταc poort
σκάλαc trap
σκάλαc trap
σκάλαc trap
  • κάτω
  • c benedenverdieping
    σοφίταc zolder
    σωλήνας αποχέτευσηςc draineerbuis
    ταβάνιn plafond, c zoldering
    τζάμιc vensterruit
    τοίχοςc muur
    υπόγειοn souterrain, c kelteruimte
    χολc hal
    Now take the Σπίτι test in Nederlands

    Κατηγορίες
    Χώρες

    άγρια ζωή
    Φύσης
    Ανθρώπινο Σώμα
    Ζώα
    Ερπετά
    Θηλαστικά
    Ψάρια
    Έντομα
    Φυτά
    Λουλούδια
    Λαχανικά
    Φρούτα
    Δέντρα

    γενικά η ζωή
    Ημέρα, Μήνα, Χρόνο
    Κατευθύνσεις
    Ποτά
    Χαιρετισμούς
    Χρόνος
    Συγγενείς
    Θρησκεία
    Όπλων

    μόδα
    Υφάσματα
    Ρούχα
    Παπούτσια
    Κοσμήματα

    Κτίρια
    Σπίτι
    Καθιστικό
    Κουζίνα
    Μπάνιο
    Υπνοδωμάτιο
    Γραφείο

    επιστήμη
    Αστρονομία
    Στοιχεία
    Σχήματα
    Μέτρα και Σταθμά

    Γλώσσα
    Αριθμούς
    Copyright © 2005-2019 jonsay.co.uk contact me FAQ`s Privacy Policy
    Website designed by Jonathan Sayles