jonsay.co.uk
Language Dictionaries
Home > Ελληνικά Νορβηγική λεξικό

Ελληνικά Νορβηγική λεξικό | Συγγενείς

Κατηγορίες
Χώρες

άγρια ζωή
Φύσης
Ανθρώπινο Σώμα
Ζώα
Ερπετά
Θηλαστικά
Ψάρια
Έντομα
Φυτά
Λουλούδια
Λαχανικά
Φρούτα
Δέντρα

γενικά η ζωή
Ημέρα, Μήνα, Χρόνο
Ποτά
Χαιρετισμούς
Σχολείο
Χρόνος
Συγγενείς
Θρησκεία
Όπλων

μόδα
Υφάσματα
Ρούχα
Παπούτσια
Κοσμήματα

Κτίρια
Σπίτι
Καθιστικό
Κουζίνα
Μπάνιο
Υπνοδωμάτιο
Γραφείο

επιστήμη
Αστρονομία
Σχήματα
Μέτρα και Σταθμά

Αριθμούς
Search dictionary :-

ΕλληνικάΝορβηγική

συγγενήςm slektning
οικογένειαm familie
φίλοςm venn
γονέαςm forelder
μητέραm/f mor
πατέραςm far
παιδίnt barn
γυιοςm sønn
κόρηm datter
αδερφήm/f søster
αδερφόςm bror
μωρόm baby
παππούς ή γιαγιάpl besteforeldre
παππούςm bestefar
γιαγιάm/f bestemor
εγγονήm datterdatter, m sønnedatter
εγγονόςm dattersønn, m sønnesonn
θείαm/f tante
θείοςm onkel
εξάδελφος, εξαδέλφηm/f kusine (female), m fetter (male)
πρώτος εξάδελφος, πρώτη εξαδέλφηnt søskenbarn
δεύτερος εξάδελφος, δεύτερη εξαδέλφηm tremenning
σύζυγοςm mann
γυναίκαm/f kone
ανεψιόςm nevø
ανεψιάm/f niese
πεθεράm/f svigermor
πεθερόςm svigerfar
γαμπρόςm svigersønn
νύφηm svigerdatter
κουνιάδοςm svoger
κουνιάδαm/f svigerinne
πατριόςm stefar
μητριάm/f stemor
προγόνιnt stebarn
προγονόςm stesønn
προγονήm/f stedatter
ετεροθαλής αδελφόςm stebror
ετεροθαλής αδελφήm/f stesøster
ΕλληνικάΝορβηγική

Now take the Συγγενείς test in Norwegian


Copyright © 2005-2022 jonsay.co.uk contact me FAQ`s Privacy Policy
Website designed by Jonathan Sayles