jonsay.co.uk
Language Dictionaries
Ελληνικά Ολλανδικά λεξικό

Ελληνικά Ολλανδικά λεξικό | Ανθρώπινο Σώμα

Greek

ΕλληνικάΟλλανδικά
σώμαn lichaam
τρίχαn haar
θηλυκόςn vrouwspersoon
ανδρικόςc manspersoon
δέρμαc huid
μωρόc baby, n kleintje
πόροςc porie
ζάραc rimpel, c plooi, c kreuk
ελιάc moedervlek
ακμήc acne, c jeugdpuistjes
φακίδαc sproet

πρόσωποn gezicht
αφτίn oor, n oortje
λαιμόςc keel
μάγουλοc wang
μάτιn oog
*βολβός του ματιούc oogappel, c oogbal
*φρύδιc wenkbrauw
μέτωποn voorhoofd
μαλλιάn haar
μύτηc neus
πηγούνιc kin
σιαγόναn kaak
στόμαn mond

κορμόςc torso
αφαλόςc navel
θηλήn tepel
θώσακαςc boezem
κοιλιάn abdomen
κοιλιάc buik
κόλποςc vagina, c schede
λαιμόςc nek
μέσηc middel
πεοςc penis
πισνόςc bodem
πλάτηc rug
στήθοςc boezem
στήθοςc borst
όρχιςc testikel, c teelbal
ώμοςc schouder

μπράτσοn arm
αγκώναςc elleboog
δάχτυλοc vinger
*κλείδωση σταδάχτυλαc knokkel
*αντίχειραςc duim
καρπόςc pols
πήχηςc voorarm
παλάμηc palm
χέριn hand

πόδιn been
γοφόςc heup
γόνατοc knie
δάχτυλο του ποδιούc teen
καλάμιc scheen
κνημηc kuit
μηρόςc dij
πόδιc voet

εσωτερικώς, εσωτερικόςc inwendig
έμβρυοc foetus, c ongeboren vrucht
έντεροc darm
αίμαn bloed
αιμοφόρο αγγείοn bloedvat
αμφιβληστροειδής χιτώναςn netvlies
αρτηρίαc slagader
βολβός του ματιούc oogappel, c oogbal
καρδιάn hart
κοκαλοn been
κρανίοc schedel
κόλονc karteldarm
κύστηc blass
μήτραc baarmoeder
μήτραc schoot
μυαλόn brein
μυςc spier
νεφρόc nier
ομφάλιος λώροςne navelstreng
πλευρόn rib
πνεύμοναςc kong
σπέρμαn sperma
σπλήναc milt
συκώτιc lever
σύνδεσμοςc band
φλέβαn ader
ωοθήκηc eierstok
ΕλληνικάΟλλανδικά

Now take the Ανθρώπινο Σώμα test in Nederlands


Copyright © 2005-2023 jonsay.co.uk contact me FAQ`s Privacy Policy
Website designed by Jonathan Sayles