Cookie free zone. Google might use them though.
jonsay.co.ukLanguage Dictionaries

Home > Ελληνικά Νορβηγική λεξικό

Ελληνικά Νορβηγική λεξικό | Συγγενείς

Search dictionary :-

ΕλληνικάΝορβηγική

συγγενήςm slektning
οικογένειαm familie
φίλοςm venn
γονέαςm forelder
μητέραm/f mor
πατέραςm far
παιδίnt barn
γυιοςm sønn
κόρηm datter
αδερφήm/f søster
αδερφόςm bror
μωρόm baby
παππούς ή γιαγιάpl besteforeldre
παππούςm bestefar
γιαγιάm/f bestemor
εγγονήm datterdatter, m sønnedatter
εγγονόςm dattersønn, m sønnesonn
θείαm/f tante
θείοςm onkel
εξάδελφος, εξαδέλφηm/f kusine (female), m fetter (male)
πρώτος εξάδελφος, πρώτη εξαδέλφηnt søskenbarn
δεύτερος εξάδελφος, δεύτερη εξαδέλφηm tremenning
σύζυγοςm mann
γυναίκαm/f kone
ανεψιόςm nevø
ανεψιάm/f niese
πεθεράm/f svigermor
πεθερόςm svigerfar
γαμπρόςm svigersønn
νύφηm svigerdatter
κουνιάδοςm svoger
κουνιάδαm/f svigerinne
πατριόςm stefar
μητριάm/f stemor
προγόνιnt stebarn
προγονόςm stesønn
προγονήm/f stedatter
ετεροθαλής αδελφόςm stebror
ετεροθαλής αδελφήm/f stesøster
Now take the Συγγενείς test in Norwegian

Language Book Store
Κατηγορίες
Χώρες

άγρια ζωή
Φύσης
Ανθρώπινο Σώμα
Ζώα
Ερπετά
Θηλαστικά
Ψάρια
Έντομα
Φυτά
Λουλούδια
Λαχανικά
Φρούτα
Δέντρα

γενικά η ζωή
Ημέρα, Μήνα, Χρόνο
Ποτά
Χαιρετισμούς
Σχολείο
Χρόνος
Συγγενείς
Θρησκεία
Όπλων

μόδα
Υφάσματα
Ρούχα
Παπούτσια
Κοσμήματα

Κτίρια
Σπίτι
Καθιστικό
Κουζίνα
Μπάνιο
Υπνοδωμάτιο
Γραφείο

επιστήμη
Αστρονομία
Σχήματα
Μέτρα και Σταθμά

Αριθμούς
Copyright © 2005-2018 jonsay.co.uk contact me FAQ`s Privacy Policy
Website designed by Jonathan Sayles